Visit the forum if you have a language query!

άσχημος

Definition from Dictionary, a free dictionary
To fill the hour—that is happiness.
Ralph Waldo Emerson
Jump to: navigation, search

Greek

Adjective

άσχημος   (áschimos)   m., nominative, sg.

  1. bad
    άσχημος καιρός
  2. ugly
    μια άσχημη εικόνα
  3. nasty
    ένα άσχημο ατύχημα

Inflection

Number Singular Plural
Gender masc. fem. neut. masc. fem. neut.
Nominative άσχημος άσχημη άσχημο άσχημοι άσχημες άσχημα
Genitive άσχημου άσχημης άσχημου άσχημων άσχημων άσχημων
Accusative άσχημο άσχημη άσχημο άσχημους άσχημες άσχημα
Vocative άσχημε άσχημη άσχημο άσχημοι άσχημες άσχημα
Comparative πιο άσχημος   or   ασχημότερος
Relative superlative ο πιο άσχημος   or   ο ασχημότερος
Absolute superlative πολύ άσχημος   or   ασχημότατος

Elsewhere on the web

En-En

En-It

En-Fr

En-El

En-Sp

En-Mul

En-De

OnelookIATEIATEIATEIATEProZDict.cc
WordnikIATELinguee
GoogleIATE