Visit the forum if you have a language query!

έτοιμος

Definition from Dictionary, a free dictionary
Life at the top is financially rewarding, spiritually draining, physically exhausting, and short.
Peter C. Newman
Jump to: navigation, search

Greek

Adjective

έτοιμος   m., nominative, sg.

  1. ready, prepared

Inflection

Number Singular Plural
Gender masc. fem. neut. masc. fem. neut.
Nominative έτοιμος έτοιμη έτοιμο έτοιμοι έτοιμες έτοιμα
Genitive έτοιμου έτοιμης έτοιμου έτοιμων έτοιμων έτοιμων
Accusative έτοιμο έτοιμη έτοιμο έτοιμους έτοιμες έτοιμα
Vocative έτοιμε έτοιμη έτοιμο έτοιμοι έτοιμες έτοιμα
Comparative πιο έτοιμος   or   ετοιμότερος
Relative superlative ο πιο έτοιμος   or   ο ετοιμότερος
Absolute superlative πολύ έτοιμος   or   ετοιμότατος

Elsewhere on the web

En-En

En-It

En-Fr

En-El

En-Sp

En-Mul

En-De

OnelookIATEIATEIATEIATEProZDict.cc
WordnikIATELinguee
GoogleIATE