Visit the forum if you have a language query!

κάνω

Definition from Dictionary, a free dictionary
The magic of first love is our ignorance that it can never end.
Benjamin Disraeli
Jump to: navigation, search

Greek

Verb

κάνω (káno)     simple past:  έκανα (ékana)

  1. I do
  2. I make
  3. I cost
    πόσο κάνει η βενζίνη στην Αμερική;
  4. I start or found (a company)
    θα κάνω μια δική μου επιχείρηση
  5. I take (time to do something)
  6. I am (cloudy, hot, etc.) (for weather conditions)
    τι καιρό θα κάνει αύριο;
  7. I produce, give or bear (for land, plants or animals)
  8. I act (like)
    κάνει σα μικρό παιδί
  9. I play (a role)
    ο Γιώργος θα κάνει τον Οιδίποδα στη σχολική παράσταση
  10. I spend (time someplace)
    Έκανα τρία χρόνια στα καράβια
  11. I go (a direction)

Elsewhere on the web

En-En

En-It

En-Fr

En-El

En-Sp

En-Mul

En-De

OnelookIATEIATEIATEIATEProZDict.cc
WordnikIATELinguee
GoogleIATE