Visit the forum if you have a language query!

μέγας

Definition from Dictionary, a free dictionary
A mistake at least proves that somebody stopped talking long enough to DO something.
Source Unknown
Jump to: navigation, search

Ancient Greek

Etymology

Cognate with Latin magnus

Pronunciation

  • (Classical): IPA: [méɡas]
  • (Koine): IPA: [mˈɛɡas]
  • (Byzantine): IPA: [mˈeɣas]

Adjective

μέγας m., μεγάλη f., μέγα n.; first/second declension; (megas)

  1. big large
  2. great, mighty
  3. marvelous, awesome

Inflection

Number Singular Dual Plural
Case \ Gender Masculine Feminine Neuter Masculine Feminine Neuter Masculine Feminine Neuter
Nominative μέγας μεγάλη μέγα μεγάλω μεγάλα μεγάλω μεγάλοι μεγάλαι μεγάλα
Genitive μεγάλου μεγάλης μεγάλου μεγάλοιν μεγάλαιν μεγάλοιν μεγάλων μεγάλων μεγάλων
Dative μεγάλῳ μεγάλῃ μεγάλῳ μεγάλοιν μεγάλαιν μεγάλοιν μεγάλοις μεγάλαις μεγάλοις
Accusative μέγαν μεγάλην μέγα μεγάλω μεγάλα μεγάλω μεγάλους μεγάλας μεγάλα
Vocative μεγάλε μεγάλη μέγα μεγάλω μεγάλα μεγάλω μεγάλοι μεγάλαι μεγάλα

References

Strong’s concordance number: G3173

Elsewhere on the web

En-En

En-It

En-Fr

En-El

En-Sp

En-Mul

En-De

OnelookIATEIATEIATEIATEProZDict.cc
WordnikIATELinguee
GoogleIATE